Γράφει ο Κωνσταντίνος Καλλίμαχος, συγγραφέας-εκπαιδευτικός
Κάποιες νύχτες, όταν ησυχάζει κάπως το σπίτι μας και οι ήχοι της μέρας ξεκουράζονται, επιστρέφω χωρίς να το θέλω σε μια γωνιά της γειτονιάς μου. Εκεί όπου, παιδί ακόμη, έπαιζα με τα άλλα γειτονόπουλα γύρω από το μνημείο των πεσόντων. Το θυμάμαι σαν παιδότοπο χαράς και ξεγνοιασιάς, και όχι σαν τόπο αβάστακτου πένθους ή θλιμμένης περηφάνιας. Τρέχαμε, κρυβόμασταν πίσω από την πέτρα, ανεβαίναμε τα σκαλάκια, ακουμπούσαμε με τα δάχτυλα τις χαραγμένες λέξεις χωρίς να ξέρουμε τι σημαίνουν. Για μας ήταν μια βάση, ένα σημάδι του δρόμου, ένα “εδώ είμαστε”. Κι όμως, κάτω από τα ίδια μας τα γέλια, υπήρχε το βάρος που δεν το νιώθαμε ακόμη, σαν να περπατούσαμε πάνω σε μία ιστορία που δεν είχε τελειώσει.
Μεγαλώνοντας κατάλαβα ότι το μνημείο δεν ήταν απλώς μάρμαρο, θάμνοι και μέταλλο. Ήταν μια πληγή που είχε γίνει πέτρα για να μείνει όρθια. Πίσω από την Αγία Τριάδα, στη γειτονιά μου, εκεί όπου κάποτε έβλεπα μόνο τον ήλιο και την άσφαλτο, υπήρχε η σκιά της Μεγάλης Παρασκευής του 1944. Κι εκεί, μέσα σε αυτή τη σκιά, στεκόταν και η δική μας οικογενειακή ιστορία, που περνούσε από στόμα σε στόμα, από βλέμμα σε βλέμμα, αλλά πολλές φορές δεν γραφόταν πουθενά με τρόπο που να την δικαιώνει.
Ο πατέρας μου, ο Μιχάλης Καλλίμαχος, τότε, το ΄44, ήταν δεκάξι χρονών. Μου τον περιέγραφαν πάντα ψηλό, πολύ ψηλό για την εποχή, τέτοιο παιδί που αν τον έβλεπες με μια ματιά στον δρόμο, θα τον περνούσες για πολύ μεγαλύτερο. Κι ήταν και αλήτης με την παιδική έννοια, όχι κακός, αλλά άτακτος, ανήσυχος, δεν χωρούσε εύκολα στο σπίτι. Έφευγε, γυρνούσε στις γειτονιές έπαιζε κιθάρα, έκανε καντάδες και χανόταν για ώρες. Κι εκείνα τα χρόνια, το “χάθηκα” δεν ήταν αθώο. Ήταν χρόνια όπου μια ταυτότητα, ένα χαρτί, μια λάθος ώρα στο λάθος στενό μπορούσε να σε αφανίσει.
Η γιαγιά μου, τότε, κουβαλούσε ήδη το πιο βαρύ πλήγμα που μπορεί να κουβαλάει μια μάνα: είχε χάσει τα δύο μικρά της παιδιά της μικρά, το ένα το ΄36 και το άλλο μέσα στην κατοχή από τύφο… Δυο μικρούς θανάτους, που δεν έγιναν ποτέ είδηση, μόνο φτώχεια και κλάμα μέσα σε τοίχους. Έτσι, όταν ο Μιχάλης ξενυχτούσε, όταν έφευγε χωρίς “χαρτιά”, όταν οι γειτονιές γέμιζαν μπλόκα και μαντρώματα, η καρδιά της γιαγιάς έτρεμε πολύ πριν ακόμη έρθει το κακό μαντάτο.
Και το κακό μαντάτο ήρθε εκείνο το πρωί τής Μεγάλης Παρασκευής τού ΄44. Το πρωί που, η καμπάνα σήμαινε πένθιμα τον αχό της για να μην ξυπνήσει τον ύπνο των γενναίων… που δολοφονήθηκαν. Κάποιος είπε στη γειτονιά ότι “εκτέλεσαν και τον Καλλίμαχο”. Μια λέξη, ένα ρήμα, σαν να ήταν το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο, σα να χωρούσε η ζωή και ο θάνατος σε μία φράση. Η γιαγιά μου το άκουσε και νόμισε πως έχασε και το τρίτο της παιδί. Δεν έτρεξε, δεν φώναξε. Απλώς σωριάστηκε και έκλαιγε με μαύρο δάκρυ, παρακαλώντας το Θεό να την πάρει. Έκλαιγε σαν να είχε ανοίξει η γης και την κατάπιε και την έριξε στη χειρότερη τιμωρία τής κόλασης, αφού για μια μάνα που έχει ήδη χάσει δύο παιδιά, η τρίτη απώλεια δεν είναι απλώς θάνατος. Είναι τέλος του κόσμου.
Κι ύστερα, άλλαξε ξαφνικά πορεία η ζωή, μέσα σε μια ανάσα, με το που ήλθε ο παππούς από την αγορά. Μπήκε στο σπίτι με την κούραση στο πρόσωπο, όχι μόνο της αγοράς, αλλά και μιας πόλης που ζούσε με τον φόβο στο λαιμό. Και είπε τη φράση που έφερε λύτρωση αλλά και θάνατο: “Φάγανε τον ανιψιό μου, τον Σωτήρη.” Εκείνη τη στιγμή, η γιαγιά έμαθε ότι ο Μιχάλης ζούσε. Αλλά δεν πήρε χαρά. Πήρε άλλη μορφή πένθους. Γιατί ο νεκρός ήταν πάλι δικός μας άνθρωπος, αίμα της οικογένειας, ο Σωτήρης Καλλίμαχος, ο αδελφός ή ο ξάδελφος που η γειτονιά τον ήξερε με το όνομα και όχι με την ταμπέλα. Ο θείος μου. Κι εκείνο “τον φάγανε” ήταν η πιο σωστή λέξη, γιατί δεν ήταν πόλεμος με κανόνες. Ήταν μυλόπετρες που αλέθαν τις ψυχές σαν το σιτάρι…
Οι παππούδες μου ήταν άνθρωποι της παλαιάς Ελλάδας. Συντηρητικοί, βασιλικοί, όπως έλεγαν οι ίδιοι. Κι όμως, μέσα στην Κατοχή, ήταν με το ΕΑΜ. Αυτό, όταν το λες σήμερα, μοιάζει να ζητάει εξήγηση, σαν να πρέπει όλοι να χωράνε σε κουτάκια. Εκείνοι δεν χώρεσαν ποτέ εύκολα. Ήταν βασιλικοί, αλλά ήταν και με την αντίσταση όπως την ένιωθαν: με την πατρίδα, με τη γειτονιά, με το “δεν θα τους αφήσουμε να μας πατήσουν στο λαιμό”. Και βρίζανε τους ταγματαλήτες. Πάντα. Όχι σαν σύνθημα, αλλά σαν ηθική γραμμή: ότι όποιος σηκώνει όπλο δίπλα στον κατακτητή και ενάντια στον δικό του λαό, κάτι έχει μέσα του βαθιά χαλασμένο.
Μετά ήρθε ο εμφύλιος, κι εκεί άρχισαν τα δύσκολα όχι μόνο για τους επιζώντες, αλλά και για τις λέξεις. Κι οι παππούδες μου είχαν μια φράση που την άκουγα από μικρός και τη θυμάμαι κάθε φορά που η ιστορία γίνεται καβγάς: “Το πρώτο αντάρτικο έγινε για την πατρίδα. Το δεύτερο δεν ήτανε σωστό, γιατί έγινε για το κόμμα.” Δεν το έλεγαν για να σβήσουν την αντίσταση. Το έλεγαν για να κρατήσουν μια διάκριση μέσα στο χάος. Σαν να προσπαθούσαν να σώσουν, μέσα από τη ζήση τους, μια αίσθηση αξιοπρέπειας: ότι άλλο είναι να πολεμάς για να φύγει ο ξένος με το όπλο, κι άλλο να τραβάς το όπλο για να νικήσεις τον διπλανό σου, ακόμη κι αν πιστεύεις ότι έχεις δίκαιο.
Κι όμως, όσο μεγάλωνα, έβλεπα ότι ακόμα και η μνήμη τής Μεγάλης Παρασκευής του ΄44 ήταν μολυσμένη από τις μεταγενέστερες διαμάχες. Για χρόνια, οι νεκροί της Κατοχής δεν ήταν μόνο νεκροί. Ήταν “κάτι”. Κι αυτό το “κάτι” μπορούσε να σε προστατεύσει ή να σε καταδικάσει. Άλλοτε τους έλεγαν “πατριώτες”, άλλοτε τους έλεγαν “κομμουνιστές”, άλλοτε τους έλεγαν “ύποπτους”. Κι εκεί, στη γλώσσα, κρυβόταν μια δεύτερη αδικία: να σου πάρουν τον άνθρωπο και μετά να σου πάρουν και το δικαίωμα να τον πενθήσεις όπως είναι, χωρίς ταμπέλα.
Όταν άρχισα να ψάχνω μόνος μου, όχι ως ιστορικός, αλλά ως ανιψιός και ως δάσκαλος, έπαθα ένα χαστούκι που δεν το περίμενα. Βρήκα στα πρακτικά της Νυρεμβέργης, στη δίκη που οι Αμερικανοί έκαναν για να βρουν τούς ενόχους για τα αντίποινα στα Βαλκάνια, μια φράση στεγνή σαν στρατιωτικό τηλεγράφημα: “As reprisal for an attack on the railroad line Agrinion — Mossolongi 120 Communists were shot, or hanged.” Και συνέχιζε, σαν να μιλάει για τον… καιρό, ότι σε έφοδο στο Αγρίνιο συνελήφθησαν κι άλλοι ύποπτοι.
Διάβασα τη φράση ξανά και ξανά. Πρώτα για να βεβαιωθώ ότι δεν την παρερμηνεύω. Μετά γιατί δεν άντεχα αυτό το “120”. Ένας αριθμός, λες και απαριθμούσε σακιά. Και μετά γιατί με πόνεσε το “Communists”. Όχι επειδή ντρέπομαι για κανέναν. Αλλά επειδή εκεί κατάλαβα κάτι που θέλω να το καταλάβουν και οι μαθητές μου: πολλές φορές η εξουσία δεν σκοτώνει μόνο με σφαίρες. Σκοτώνει και με λέξεις. Όταν γράφει “κομμουνιστές”, δεν περιγράφει απλώς. Δικαιολογεί. Μετατρέπει ανθρώπους σε κατηγορία. Κι όταν γράφει “shot, or hanged”, το βάζει δίπλα-δίπλα σαν να μην έχει διαφορά αν σε κρεμάσαν στην πλατεία ή αν σε τουφέκισαν πίσω από την Αγία Τριάδα. Για τη γραμμή του χαρτιού, όλα το ίδιο. Για τη μάνα σου, τίποτα δεν είναι ίδιο.
Κι ύστερα πήγα πάλι με το μυαλό μου στο μνημείο όπου παίζαμε παιδιά. Εκείνο το μνημείο των απαγχονισθέντων, που κουβαλά χαραγμένη τη μέρα και τη νύχτα μιας πόλης. Στη στήλη γράφει “ΜΕΓ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 14 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1944”, και πάνω της είναι οι μορφές των τριών απαγχονισμένων, σαν να κοιτάνε ακόμα την πλατεία.
Κάποια στιγμή διάβασα και μια επιστημονική μελέτη που μου έκανε εντύπωση γιατί μιλούσε απλά και βασιζόταν σε μια μαρτυρία και σκέψη. Μιλούσε για ανθρώπους από την Κρυοπηγή Πρέβεζας, που τους είχαν συλλάβει και τους είχαν στείλει για “ανάκριση” στο Αγρίνιο. Και μέσα στις φυλακές, γράφει, έφτασε η είδηση ότι το τρένο κοντά στη Σταμνά ανατινάχτηκε και σκοτώθηκαν δώδεκα Γερμανοί. Τότε οι Γερμανοί αποφάσισαν “δέκα Έλληνες για κάθε έναν Γερμανό”. Και το πιο κρίσιμο σημείο ήταν η ερώτηση: γιατί διάλεξαν να δολοφονήσουν και τόσους ανθρώπους από ένα ορεινό χωριό “όπου ούτε τρένο περνά ούτε καν αυτοκίνητο”;
Αυτό το “ούτε τρένο περνάει ούτε καν αυτοκίνητο” είναι, για μένα, η πιο καθαρή περιγραφή του τι ήταν τα αντίποινα: ούτε δικαιοσύνη, ούτε καν στρατιωτική λογική. Ήταν ομηρία. Ήταν το μήνυμα: “Δεν ψάχνω τον ένοχο. Παίρνω δικούς σας, όποιους έχω καβατζάρει, και τους σκοτώνω όταν μου γουστάρει για να φοβάστε.” Κι έτσι ο θείος μου, ο Σωτήρης, έγινε θύμα ενός μηχανισμού που δεν τον ενδιέφερε ποιος έκανε το σαμποτάζ. Ενός μηχανισμού που ενδιαφερόταν να πονέσει το Αγρίνιο.
Κι εδώ έρχεται το ερώτημα που με βασανίζει, και που ξέρω ότι βασανίζει κι άλλους που κουβαλούν τέτοιες απώλειες: αν οι αντάρτες ήξεραν ότι θα γίνουν αντίποινα, ήταν σωστό να κάνουν σαμποτάζ; Θα το πω όπως το έχω σκεφτεί, χωρίς να παριστάνω τον αλάνθαστο. Η σκέψη μου γυρίζει πάντα σε δύο αλήθειες που δεν θέλουν να ενωθούν, αλλά πρέπει να τις κρατάς και τις δύο, αλλιώς λες ψέματα.
Η πρώτη αλήθεια είναι ότι ο κατακτητής, όταν σκοτώνει ομήρους, δεν “αναγκάζεται”. Επιλέγει. Η εκτέλεση των 120 δεν ήταν φυσικό φαινόμενο. Ήταν ανθρώπινη απόφαση. Και δεν μπορείς να μεταφέρεις αυτή την ευθύνη σε εκείνον που έκανε σαμποτάζ. Το να πεις “αν δεν χτυπούσες, δεν θα σκότωνα αθώους” είναι εκβιασμός. Είναι σαν να βάζεις έναν τρίτο όμηρο και να λες “εσύ φταις που πάτησα τη σκανδάλη”. Αυτό, όσο κι αν θέλεις να το ντύσεις νομικά, είναι ηθικά σάπιο. (Στη Νυρεμβέργη, έτσι το ντύσανε και δεν καταδικάστηκαν οι ένοχοι για τις σφαγές στην Ελλάδα.)
Η δεύτερη αλήθεια είναι ότι όποιος αντιστέκεται μέσα σε μια κοινωνία ομήρων κουβαλά ένα τρομερό βάρος. Γιατί δεν παίζει κορώνα-γράμματα μόνο τη δική του ζωή. Παίζει και τις ζωές ανθρώπων που μπορεί να είναι ήδη φυλακισμένοι, ήδη σημαδεμένοι ή και απλώς κάποιοι άτυχοι διαβάτες. Κι εκεί, η απόφαση για ένα χτύπημα δεν είναι ποτέ “καθαρή”. Είναι τραγική. Και μπορεί να υπάρχουν ενέργειες που ήταν στρατιωτικά ουσιαστικές, και άλλες που ήταν περισσότερο επίδειξη, περισσότερο θυμός, περισσότερο “να δείξουμε ότι υπάρχουμε”. Αυτές δεν ζυγίζουν το ίδιο όταν ξέρεις ότι η άλλη πλευρά σκοτώνει στην τύχη, όποιον έχει εύκαιρο: και σταμπαρισμένους αλλά και περαστικούς.
Κι όμως, αν δεχτείς ότι η αντίσταση πρέπει να σταματήσει επειδή ο κατακτητής σκοτώνει ομήρους, τότε δίνεις στον κατακτητή το πιο ισχυρό όπλο: του λες ότι η ομηρία νίκησε. Ότι αρκεί να σκοτώσει αθώους για να παγώσει κάθε προσπάθεια αντίστασης. Κι αυτό δεν είναι ηθική λύση. Είναι αμαχητί παράδοση στον εκβιασμό. Το κατάλαβα καλά όταν είδα πώς οι ίδιοι οι Γερμανοί αντιλαμβάνονταν το Αγρίνιο σαν μία… γραμμή στο χαρτί, και πώς μετά τον πόλεμο ο κόσμος χρειάστηκε να γράψει ρητά, με σύμβαση, ότι “τα μαζικά αντίποινα και η τρομοκράτηση του άμαχου πληθυσμού απαγορεύονται ρητά”.
Ξέρω, βέβαια, ότι κάποιος θα πει “μα αυτό αποφασίστηκε το 1949”, δηλαδή μετά τη Νυρεμβέργη. Και θα έχει δίκιο ως προς τη χρονολογία. Αλλά εγώ, ως άνθρωπος και ως εκπαιδευτικός, δεν το διαβάζω σαν απλή ημερομηνία. Το διαβάζω και σαν ομολογία ότι έπρεπε να δούμε εκατόμβες για να πούμε ξεκάθαρα αυτό που η συνείδηση το φώναζε από πριν, πως είναι έγκλημα πολέμου να τιμωρείς ανθρώπους για πράξεις άλλων, ότι δεν πρέπει να σκοτώνεις ομήρους “για παραδειγματισμό”.
Κι όταν κάποιοι μου λένε “μα η Νυρεμβέργη δεν ασχολήθηκε με το Αγρίνιο”, τους απαντώ πια αλλιώς. Δεν τους λέω απλώς “ασχολήθηκε”. Τους λέω: “Υπάρχει εκεί, υπάρχει μια αράδα που μνημονεύει το Αγρίνιο, σαν απόδειξη του τρόπου που σκεφτόταν η ναζιστική μηχανή.” Και τους λέω και το άλλο, που είναι πιο πικρό: ότι ακόμη κι όταν υπήρξαν καταδίκες σε εκείνη τη δίκη τής Νυρεμβέργης, δεν ένιωσαν οι οικογένειες ότι η ζωή τους γύρισε πίσω. Γιατί τι να σου κάνει μια ποινή δέκα και δεκαπέντε ετών όταν χιλιάδες μανάδες έχουν ήδη στεγνώσει από το κλάμα; Αλλά, για την ιστορία, έχει σημασία ότι το σύστημα αντιποίνων δεν πέρασε εντελώς αόρατο. Καταγράφηκε χάρη στις θυσίες των αμάχων τής Ελλάδας. Κι αυτό το “καταγράφηκε” είναι μια μικρή νίκη απέναντι στη λήθη τού χρόνου και ένας μεγάλος θρίαμβος ενάντια στην κατοχική κτηνωδία.
Σκέφτομαι συχνά τον πατέρα μου, τον Μιχάλη, δεκάξι χρονών, να περπατάει εκείνες τις μέρες με τη ζωή του να κρέμεται από μια φήμη. Σκέφτομαι τη γιαγιά μου να θρηνεί ένα παιδί που τελικά ζούσε, και μέσα σε λίγα λεπτά να διαπιστώνει ότι ο θρήνος δεν ακυρώνεται, απλώς αλλάζει πρόσωπο. Σκέφτομαι τον παππού μου να γυρίζει από την αγορά και να φέρνει στο σπίτι όχι λίγα δράμια ελιές και καλαμπόκι, αλλά είδηση θανάτου. Και μετά σκέφτομαι τη γενιά μου, που έπαιζε πάνω σε μνημεία γιατί κανείς δεν μας είχε μάθει ακόμη πώς να στεκόμαστε μπροστά στον πόνο, χωρίς να γίνουμε πέτρα.
Κι εδώ είναι που μπαίνετε εσείς, οι αναγνώστες μου, οι φοιτητές μου και οι μαθητές μου, έστω κι αν δεν σας βλέπω κι ούτε σας θυμάμαι όλους με τα ονόματά σας όταν γράφω για τέτοιες νύχτες. Γιατί η ιστορία του Αγρινίου δεν είναι μόνο οι ημερομηνίες. Είναι το πώς ζει μια πόλη όταν η μνήμη της κόβεται στα δύο από τον εμφύλιο, όταν οι νεκροί της Κατοχής στιγματίζονται έτσι ή αλλιώς, όταν οι οικογένειες φοβούνται να πουν ποιον έχασαν και γιατί. Είναι το πώς μια κοινωνία μαθαίνει, αργά και βασανιστικά, να τιμά χωρίς να μισεί, να θυμάται χωρίς να ξανασκοτώνει με τη γλώσσα.
Δεν θέλω αυτό το κείμενο να τελειώσει με μεγάλα λόγια, αλλά να σκύψει ευλαβικά το γόνυ. Θέλω να τελειώσει όπως άρχισε: με μια εικόνα. Ένα παιδί που παίζει σε ένα μνημείο εν αγνοία του. Με έναν πατέρα που κουβαλά μια μέρα τρόμου στο σώμα του. Με μία γιαγιά που νόμισε ότι έχασε και το τρίτο της παιδί και μετά έμαθε ότι έχασε τον ανιψιό της. Κι με έναν θείο, τον Σωτήρη, ο οποίος στα γερμανικά έγγραφα έγινε ένας αριθμός από τους “120”, αλλά για μας δεν θα γίνει ποτέ αριθμός. Θα μείνει ένα όνομα χαραγμένο στη μνήμη. Θα μείνει ένα νεαρό παιδί γεμάτο θέληση για ζωή. Θα μείνει η υπενθύμιση ότι η πατρίδα δεν είναι μόνο σύνορα και σημαίες. Είναι οι άνθρωποί της, και η ευθύνη να μην αφήνεις κανέναν να τους μετατρέπει σε “αντίποινα”, σε “ποσοστώσεις”, σε “παράπλευρες απώλειες”.
Κι αν κάτι θέλω να μείνει, στη γειτονιά μου, στους φίλους, στους συγγενείς, στους αναγνώστες, στους φοιτητές και στους μαθητές μου, είναι αυτό: ότι το χρέος της μνήμης δεν είναι να διαλέγει στρατόπεδο. Είναι να διαλέγει Τον άνθρωπο. Να βλέπει Τον Άνθρωπο, ακόμη κι όταν οι εποχές τον έσπρωχναν να γίνει ένα τίποτε, κάποιος αριθμός σε μια στρατιωτική αναφορά.
Στη μνήμη του Σωτήρη Καλλίμαχου
(και όλων των δολοφονημένων τής εποχής)
που εκτελέστηκε στο Αγρίνιο
τη Μεγάλη Παρασκευή τού 1944
πίσω από την Αγία Τριάδα
όπου είναι και το μνημείο “Των 120”
Με αγάπη,
Κώστας Καλλίμαχος – 24/2/26
agriniopress.gr






















