100 χρόνια ζωής γιορτάζει ο Παναιτωλικός και ο Μιχάλης Τσαμπάς γράφει στο Gazzetta για την παιδική του πρώτη γνωριμία με τον Τίτορμο στα τσιμέντα του γηπέδου του Αγρινίου!
Όταν είσαι παιδί το οικογενειακό τραπέζι το μεσημέρι της Κυριακής έχει την δική του μαγεία. Όταν μάλιστα αυτό το τραπέζι είναι μέσα στο «πακέτο» της υπόσχεσης για γήπεδο, τότε γίνεται ακόμη καλύτερο. Ό,τι κι αν σου σερβιριστεί θα το φας. Το menu είναι το τελευταίο που σε νοιάζει. Δεν θα γκρινιάξεις, αφού έτσι κι αλλιώς το μυαλό είναι αλλού. Δεν θες εκείνη την ώρα κόντρες που θα άλλαζαν στο… 90’ όλο το πρόγραμμα. Εις βάρος σου φυσικά.
Δεν θα μπορούσε να ισχύει κάτι διαφορετικό και στη δική μου περίπτωση. Όταν υπήρχε «τσεκ» δίπλα στη λέξη γήπεδο η… υποχρέωση του Κυριακάτικου τραπεζιού έβγαινε με γρήγορες μπουκιές. Είπαμε εξάλλου πως το μυαλό ήταν αλλού από το πρωί. Όταν ο πατέρας έλεγε «το απόγευμα θα πάμε στον Παναιτωλικό», σιγά μην καθόμουν να σκεφτώ αν θα γέμιζε το στομάχι! Γι’ αυτό υπάρχει και το κυλικείο του γηπέδου, για να καλύψει τα κενά.
Πρώτη σέντρα στις 3 το χειμώνα, 4 με 5 όταν άλλαζε η ώρα και έπιανε η άνοιξη και το καλοκαιράκι. Αυστηρές οι ώρες αυτές, μόνιμη και η Κυριακή. Οι τηλεοπτικές υποχρεώσεις των συνδρομητικών, τα Σάββατα, τα βραδινά ματς και το… πρόγραμμα – ακορντεόν, μπήκαν αργότερα στη ζωή μας.
Τα «χρόνια της αθωότητας» υπήρχε μόνο η μυσταγωγία της Κυριακής! Τις περισσότερες φορές δεν ήξερα καν τον αντίπαλο. Τον μάθαινα στον δρόμο προς το γήπεδο. Εκτός αν ήταν το Μεσολόγγι όπου ήταν ένα παιχνίδι με τις δικές του… ιδιαιτερότητες και ήθελα να το γνωρίζω από πριν. Όταν είσαι μικρός δεν σε λιώνει το βαθμολογικό άγχος και το πρόγραμμα που ακολουθεί. Δεν κάνεις υπολογισμούς με το τεφτέρι και το κομπιουτεράκι. Είχαν οι μεγάλοι την… ευθύνη γι’ αυτό. Στο δικό μου μυαλό «Κάθε ματς ξεχωριστά» που λέει και η κλισέ φράση παικτών και προπονητών.
Στα πρώτα μου παιχνίδια στο «κλουβί» δεν θυμάμαι καν σε ποια κατηγορία βρισκόταν ο Παναιτωλικός. Δεν με ένοιαζε αυτό. Να πηγαίνω γήπεδο ήθελα. Να βλέπω ποδόσφαιρο, να ζω όλη αυτή τη μαγεία. Αργότερα κάνοντας την… αντιστοίχιση κατάλαβα πως ξεκίνησα από σεζόν σε Β΄εθνική. Το σπουδαιότερο ήταν ότι μπορούσα να δω τον Παναιτωλικό. Αυτό έφτανε και περίσσευε!
Αν έβρεχε η ομπρέλα ήταν απαραίτητο εφόδιο. Σαφώς και εμπόδιζε να βλέπεις όπως θες, ειδικά αν μπροστά σου ήταν κανένα πρώτο μπόι, όμως δεν γινόταν κι αλλιώς. Ποιος θα άκουγε την μάνα μου μετά «ότι βράχηκα και κρύωσα και τί το ήθελα το γήπεδο με τέτοια μέρα». Αν είχε καλό καιρό τα πράγματα ήταν πιο εύκολα.
Δεν υπήρχαν ιδιαίτερες διαπραγματεύσεις, πλην της δέσμευσης για «επανάληψη μαθημάτων» με την επιστροφή. Εστω κι αν τις περισσότερες φορές υπήρχε μια σχετική καθυστέρηση, αφού από την λήξη του αγώνα έως την επιστροφή στο σπίτι μεσολαβούσε και χρόνος σε ένα λούνα παρκ που βρισκόταν (αν δεν με απατά πλέον η μνήμη) συχνά πυκνά στον περιβάλλοντα χώρο του γηπέδου. Εκεί που σήμερα είναι η πλατεία με το άγαλμα του Γάλλου.
Οπότε και τα… συγκρουόμενα αυτοκινητάκια προσθέστε τα στην ιερότητα που είχε η, εντός έδρας, Κυριακή.
Ενα μισάωρο πριν φτάναμε στο γήπεδο για να μπούμε στην ουρά να πάρουμε και εισιτήριο. Ποδαράτοι φυσικά. Μικρές οι αποστάσεις. Τις περισσότερες φορές… οικογενειακώς. Πατέρας, παππούς, θείοι. Μυημένοι όλοι από μικροί στο «κυανοκίτρινο». Μέχρι και σήμερα (πλην παππού που βλέπει από ψηλά) όλοι κάπου εκεί τριγυρίζουν…
Ήδη είχε φύγει το 20άρικο (δραχμές έτσι) για το μαξιλαράκι από φελιζόλ. «Μαξιλαράκι, μαξιλαράκι. Πάρτε μαξιλαράκι παιδιά, είναι κρύα τα τσιμέντα θα κρυώσει ο κώλος σας» φώναζε ο Πάνος ο Κλάνας και τα άλλα παιδιά που τα πουλούσαν μέσα σε μεγάλες πλαστικές σακούλες. Όντως ήταν κρύα τα τσιμέντα.
Σφιχτά από το χέρι τον πατέρα λόγω της πολυκοσμίας και οπλισμένος με υπομονή. Άχνα δεν έβγαζα μέχρι να βρεθώ μπροστά σε εκείνα τα κουβούκλια από τσίγκο με το παραθυράκι για να βγάλουμε το εισιτήριο. Οι νεότεροι μη παραξενεύεστε. Oύτε viva, ούτε more, ούτε gov, ούτε άλλες ηλεκτρονικές εφαρμογές υπήρχαν. Και προφανώς ούτε προπώληση.
Ουρά και υπομονή ήταν το μυστικό για να βγάλεις το εισιτήριο και να πας στην εξέδρα. Ούτε φυσικά αριθμημένα. Πας εγκαίρως; Βρίσκεις καλή θέση και κάθεσαι. Πας στο παρά ένα; Θα ζοριστείς και θα ενοχλήσεις και τους άλλους. Και στα «ντέρμπι της κατηγορίας» να είσαι εκεί από πιο νωρίς για να προλάβεις. Το γέμιζε ο κόσμος το γήπεδο τότε. Καρφίτσα δεν έπεφτε κι ας μην έβλεπε Ολυμπιακό, Παναθηναϊκό, ΑΕΚ και ΠΑΟΚ, αλλά Φωστήρα, Κολινδρό, Παναιγιάλειο, Μακεδονικό και Βύζα.
Ένα εισιτήριο κόβαμε, πατέρας και γιος. Μικρός ακόμη έμπαινα έτσι. Απλά με περηφάνια το κράταγα εγώ μέχρι να το σκίσει ο κύριος στην πόρτα! Τι είπατε; Ελεγχος; Barcode; Kαλά, πάμε στην επόμενη γραμμή…
Αφού… μαστούρωνα από την υπέροχη μυρωδιά των βερνικιών περνώντας μπροστά από το βαφείο του Λαζαρίδη που ήταν στην γωνία της μεγάλης εξέδρας (μπουτίκ σήμερα) έπαιρνα την γνωστή πορεία προς τα αριστερά. Ανέβαινα βιαστικά τα σκαλάκια της θύρας και μετά αυτά της εξέδρας. Προς τα ψηλά για να βλέπω καλύτερα. Εκεί στον μεγάλο ευκάλυπτο. Χρόνια ολόκληρα.
Στην πορεία, όλα άλλαξαν. Το γήπεδο έγινε σύγχρονο, έγινε πανέμορφο, έγινε λειτουργικό. Τα τσιμέντα έδωσαν την θέση τους στα πλαστικά καθίσματα, το σκέπαστρο αντικατέστησε την ανάγκη για ομπρέλα ή σακούλα και εκείνος ο γέρικος ευκάλυπτος παραδόθηκε στις ορέξεις ενός μανιασμένου αλυσοπρίονου και πέρασε στην ιστορία. Παραμένει όμως ζωντανός στις μνήμες!
Πλησιάζει και η ώρα του αγώνα. Το τελευταίο ασβέστωμα στις γραμμές έγινε. Προθέρμανση πριν. Λίγα τρεξίματα πάνω – κάτω το γήπεδο και μετά στην ουρά για σουτάκια προς τον τερματοφύλακα… Αλλα κόλπα εκείνα τα χρόνια. Επιστήμη και μπάλα δεν είχαν συναντηθεί ακόμη.
Χειροκρότημα στην ομάδα όταν έβγαινε από την καταπακτή με το σιδερένιο – σκουριασμένο σκέπαστρο, γέλια για την σαραβαλιασμένη υδροφόρα που κατάβρεχε όλο το γήπεδο για να πέσει η σκόνη. Το βλέμμα, απέναντι, στο κέντρο της μικρής εξέδρας. Τα οργισμένα νιάτα της «θύρας 6» με τα σκισμένα τζιν, τα old school πανό, τα ξεφτισμένα κασκόλ, τα ξυρισμένα μαλλιά, την βρετανική σημαία, σήμα κατατεθέν των οπαδών εκείνης της εποχής. Τους κοιτούσα με δέος και θαυμασμό. Έκαναν όλο το θόρυβο, έδιναν ψυχή στο γήπεδο. Ξεσήκωναν. «Να περάσουν τα χρόνια να είμαι κι εγώ εκεί» σκεφτόμουν πολλές φορές. Συνέβη κι αυτό…
Στην διαπασών η μουσική και οι διαφημίσεις για τοπικές επιχειρήσεις που στο πέρασμα των ετών τις… κατάπιαν οι μεγάλες αλυσίδες. Τάγκαλος η φωνή πίσω από το μικρόφωνο. Η φίρμα στην πόλη! Ακόμη θυμάμαι τα λεκτικά από μερικά σποτάκια. Όπως και τις ανακοινώσεις από νοσοκομείο ή κλινικές για να πάει άμεσα «ο νέος πατέρας». Το βρέφος βιάστηκε να καταφτάσει και το δεύτερο ημίχρονο χάθηκε.. Κινητά δεν υπήρχαν τότε, τα μεγάφωνα ήταν ένας τρόπος επικοινωνίας ή εύρεσης χαμένων κλειδιών… Και παιδιών ενίοτε.
Ο διαιτητής, αυστηρά μαυροφορεμένος, σφυρίζει και το παιχνίδι επιτέλους ξεκινά. «Παναιτωλικός, Παναιτωλικός» όλοι μας από το πρώτο λεπτό. Χρειάζεται το πουσάρισμα η ομάδα. Να καταλάβει και ο αντίπαλος σε τι έδρα ήρθε. Εδώ είναι Αγρίνιο! Ο επόπτης (ή λάινσμαν όπως το λέγαμε παλιά) που έχει την ατυχία να βρίσκεται μπροστά από τους οργανωμένους, συνήθως το καταλαβαίνει πρώτος, όταν του… σερβίρεται χωρίς να έχει παραγγείλει φραπεδάκι σε πλαστικό.
Μη ψάχνετε για συνθήματα και τραγούδια με… ψαγμένα στιχάκια εκείνα τα χρόνια. Ούτε latin ρυθμοί. Οι μεγαλύτεροι κανένα μπινελίκι κι αυτό ήταν όλο. Το ξαναλέω, άλλες εποχές. Ο Γάκης στο τέρμα, ο ψηλός ο Μανδέλλος στην επίθεση, κι ο Λαμπίδης, κι ο Μπουλιέρης, κι ο Ντελής, κι ο Νταλακούρας παιδάκι, κι ο ξανθομάλλης ο Τάκος κι ο Γιάννης ο Μακρής με το μουστάκι. Παιδικοί ήρωες. Αυτούς περίμενα να δω τις Κυριακές. Δεν ήξερα τι θέση παίζουν. Στην αρχή όλοι ίδιοι μου φαίνονταν.
Ο Γάκης ξεχώριζε ως τερματοφύλακας. Βαθύ πράσινο ή βαθύ κόκκινο με μαύρα μανίκια οι στολές του. Όλοι οι άλλοι φόραγαν την κίτρινη φανέλα με την κλασσική διαφήμιση του ΠΡΟ-ΠΟ… Το γκολ περίμενα να μπει! Τι συστήματα και αηδίες; Γκολ να βάλουμε να πάρουμε μια χαρά. Κι αν δεν έμπαινε ως το ημίχρονο με ξεγελούσε το κωκ! Μεγάλο, μεγάλο. Κι η πορτοκαλάδα στο πλαστικό με το ασημένιο καπάκι. Καμιά φορά έπαιρνα και δεύτερη. Άλλη ουρά εκεί. Στο κυλικείο, ο ένας πάνω στον άλλο για να προλάβουμε να γυρίσουμε στη θέση μας πριν αρχίσει το δεύτερο ημίχρονο. Pan-café λέγεται σήμερα ο χώρος!
Καμία σχέση το τότε με το τώρα. Ούτε καναπέδες, ούτε πολυθρόνες, ούτε τηλεοράσεις, ούτε τίποτα. Στα όρθια για το κωκ ή το σάμαλι και κλεφτές ματιές πάνω δεξιά. Εκεί που υπήρχε σε ένα χαρτόνι γραμμένο το αγωνιστικό πρόγραμμα του Παναιτωλικού και με μαρκαδόρο τα αποτελέσματα και η βαθμολογία κάθε Κυριακής. Κάτι σαν τα… livescores των sites σήμερα.
Αριστερά και δεξιά ξεθωριασμένες αφίσες με παλιότερες ενδεκάδες και από κάτω ακριβώς γραμμένη η αγωνιστική σεζόν.
Όλα έτοιμα για να ξαναρχίσει το ματς. Αλλα 45 λεπτά έμειναν για να βάλουμε γκολ ή αν έχουμε βάλει για να κρατήσουμε και να πάρουμε τους δύο βαθμούς της νίκης. Καλά διαβάσατε. ΔΥΟ. Το τρίποντο ήρθε αργότερα.
Τα μεγάφωνα λένε τα αποτελέσματα των αγώνων της κατηγορίας με την συνοδεία τραγουδιών του… Λάκη Τζορντανέλι. «Αγοράζω παλιά, το σεντούκι ανοίχτε, τρέχτε νοικοκυρές, δεν περνώ δυο φορές…». Ακόμη και σήμερα, σχεδόν 40 χρόνια μετά, όταν το ακούω μου έρχονται στο μυαλό ο Νέστος Χρυσούπολης, η Αναγέννηση Αρτας, ο Κιλκισιακός, ο Χαραυγιακός, το Πολύκαστρο, ο Θρίαμβος. Παράλληλα με τα ηχεία του γηπέδου, διασταυρώνουμε την εγκυρότητα των αποτελεσμάτων από τα τρανζιστοράκια που οι μισοί Αγρινιώτες κουβαλούσαν μαζί τους. Βλέπετε την ίδια ώρα παίζουν και οι ομάδες της Α΄ εθνικής. Και φυσικά με το δελτίο ΠΡΟΠΟ στο χέρι. «Μικρόφωνο στα γήπεδα» και… ξερό ψωμί! Αργότερα ο τοπικός «Αγρίνιο 9.37 Fm» είχε τον τρόπο του να ξετρυπώνει κι αυτός τα αποτελέσματα που μας ενδιέφεραν.
Η υδροφόρα ρίχνει ένα τελευταίο φρεσκάρισμα στο ξερό γήπεδο, που ταλαιπωρήθηκε από τις τάπες των παικτών κι αποχωρεί. Μαζί και οι πιτσιρικάδες που είχαν μπουκάρει μέσα σε αυτό με βλέμμα προς την εξέδρα περιμένοντας να πέσει κανένα τάλιρο ή δεκάρικο και να δώσουν μάχη να το πιάσουν και να το βάλουν στην τσέπη! Το… θέαμα του ημιχρόνου. Χαβαλές μεγάλος.
Καμιά φορά κάποιοι με τον αναπτήρα τους έκαιγαν τα κέρματα στην άκρη. «Για να γελάσουμε». Σήμερα μπορεί να είχαμε και τιμωρία της έδρας… Σημεία των καιρών.
Οι παίκτες ξαναβγαίνουν. Ούτε που ξέρω αν έγιναν αλλαγές. Τα νύχια μου τρώω αν δεν είναι καλό το αποτέλεσμα. Και κανένα… σταυρό στα κρυφά. Και ξαφνικά το κάρφωσε ο Μανδέλλος! Α ρε παικταρά μπάρμπα-Γιώργο! Γκκοοοοοοοοοολλλλλλλλλλλλ!
Γεμίζει το γήπεδο κορδέλες από ταμειακές μηχανές και κίτρινα χαρτάκια από τον τηλεφωνικό κατάλογο. Όλη τη βδομάδα τα έκοβαν τα παιδιά και γέμιζαν σακούλες. Τουλάχιστον δεν πήγε στράφι ο κόπος. Πέφτουν και 2-3 πυρσοί. Δεν τιμωρούσε κανένας τότε για το θέμα αυτό. Το πολύ-πολύ μια μικρή καθυστέρηση μέχρι να σβήσουν σε κάποιο κουβά με νερό. Ο αγώνας φτάνει στο τέλος του.
Οι μεγάλοι κοιτούσαν τα ρολόγια τους. Μη φανταστεί κανείς ότι υπήρχε ο «τέταρτος» με τον ηλεκτρονικό πίνακα για να μας δείξει τα… χασομέρια. Με το μυαλό υπολογίζαμε. Πάντα 2-3 λεπτά ήταν τότε. Βρέξει χιονίσει. Αν κερδίζαμε μια χαρά ήταν. Αν χάναμε… θέλαμε να παίξουμε μισό ημίχρονο ακόμη. Στα «καλά μας» από το 85’ μικροί και μεγάλοι είχαμε σηκωθεί από τα τσιμέντα και με μια φωνή φωνάζαμε «έληξεεεεεε ρεεεεεε, λήχτο ρε κοράκι».
Η… ιερή στιγμή ήταν όταν πετάγαμε τα μαξιλαράκια στον αέρα. Ή ό,τι είχε απομείνει από αυτά καθώς κατά την διάρκεια του ματς λίγο – λίγο περνούσαν σε κατάσταση αποσύνθεσης. Από την αγωνία… Τα έπαιρνε αριστερά και δεξιά ο αέρας. Αξέχαστη εικόνα. Ήταν το… σύνθημα ότι τέλειωσε το παιχνίδι και ο διαιτητής έπρεπε να βάλει την σφυρίχτρα στο στόμα. Άντε κερδίσαμε και σήμερα. Μας βγήκε η ψυχή αλλά νικήσαμε. Τουλάχιστον θα κάνω επανάληψη στα μαθήματα με χαρά. Όταν χάναμε που όρεξη για διάβασμα. Στα πεταχτά ένα ξεφύλλισμα, για να βγει η δέσμευση που είπαμε στις παραπάνω γραμμές και μέσα στις κουβέρτες.
Άντε να αρχίσει και η «Αθλητική Κυριακή» πριν παραδοθούμε στον ύπνο. Να κλέψουμε λίγο χρόνο ακόμη. Το τελευταίο ευχάριστο… ανάχωμα ενός μελαγχολικού Κυριακάτικου απογεύματος που δίνει την σκυτάλη στην Δευτέρα του σχολείου. Ο Διακογιάννης, ο Κατσαρός, ο Σωτηρακόπουλος. Αφού περάσει η δράση της Α΄εθνικής, φτάνει και η δική μας η σειρά. Θα βγάλει κι ένα πίνακα με αποτελέσματα και βαθμολογίες για να δούμε και τον Παναιτωλικό. Αν ήμαστε σε καλή θέση ή πάμε για φούντο. Το πρωινό της Δευτέρας ήταν πάντα δύσκολο, αλλά τουλάχιστον περιμέναμε να πάμε στο σχολείο και να πούμε στους συμμαθητές μας για το ματς που είχαμε βρεθεί. Αν βρίσκαμε και κανέναν που ήταν στο γήπεδο μοιραζόμασταν τις εμπειρίες μας. Μετά, υπομονή για να έρθει ξανά η στιγμή, η Κυριακή…
Τον Παναιτωλικό τον «γνώρισα» λίγο πριν 60ρίσει! Λίγο πριν τα μισά των 80ς. Ένας ώριμος γκριζαρισμένος κύριος, που με κέρδισε από την πρώτη στιγμή. Σήμερα 100ρίζει. Ο Τίτορμος γίνεται ένας «αιωνόβιος» που παραμένει δυνατός, ώστε χωρίς πρόβλημα να συνεχίζει να κουβαλάει για άλλα τόσα χρόνια τον βράχο μαζί του.
Χρόνια Πολλά Παναιτωλικέ! Και στα 200…
ΥΓ. Είμαι από αυτούς που πιστεύουν πως τους ευεργέτες δεν πρέπει να τους τιμούμε όταν… φύγουν, αλλά όσο είναι εν ζωή. Να παίρνουν με κάποιο τρόπο πίσω ένα μικρό κομμάτι από όλα αυτά τα σπουδαία και πολύτιμα, που έχουν προσφέρει. Στη συγκεκριμένη περίπτωση για τον Παναιτωλικό. Με την συμπλήρωση 100 χρόνων από την ίδρυση του συλλόγου μάλλον δεν υπάρχει πιο ιδανικό timing για να αρχίσουν οι απαραίτητες διαδικασίες ώστε να ονομαστεί το γήπεδο «ΦΩΤΗΣ ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ».
ΥΓ1.Σε μια τόσο ξεχωριστή μέρα για τους φίλους του Παναιτωλικού, ο καθένας φέρνει στο μυαλό του πρόσωπα που δεν είναι πια ανάμεσά μας, αλλά θα ήθελε να βρίσκονται κάπου εδώ γύρω, για να γιορτάσουν κι αυτά. Όσο με αφορά, θα ήθελα να δω στα τσιμέντα, κάτω από τον παλιό ευκάλυπτο τον συνονόματο παππού μου που από μικρό παιδάκι με πήγαινε στο γήπεδο, αλλά και τον Πάνο τον Αλεξόπουλο, που χωρίς υπερβολή αφιέρωσε ΟΛΗ του την ζωή για τον Παναιτωλικό. Από κει πάνω σίγουρα σήμερα θα είναι πιο χαμογελαστοί…
ΥΓ2. Όπως χαμογελαστός που όλο και περισσότερα νέα παιδιά γίνονται Παναιτωλικοί, θα είναι και ο φίλος/συμμαθητής μου ο Χρήστος, που από τα «πέτρινα χρόνια» της απαξίωσης δήλωνε ΜΟΝΟ ΠΑΝΑΙΤΩΛΙΚΟΣ και τον κοιτάζαν όλοι «σαν τον τρελό του χωριού» . Η… κατήχηση σε Αγρίνιο κι Αθήνα έπιασαν τόπο.
Πηγή: gazzetta.gr





















