Γράφει ο Παναγιώτης Δ. Κοντονάσιος*
Ένα πρόσωπο που με συγκίνησε ιδιαίτερα ανάμεσα στους λησμονημένους αγωνιστές της Λεπενούς και του Αγώνα ήταν αυτού του αγνού και ανιδιοτελή πολεμιστή και πατριώτη Βασίλειο Πάτση. Με τις λίγες πηγές στα χέρια μου έβαλα όλη την ψυχή μου και φαντασία μου να μεταβώ σε εκείνα τα δύσκολα αλλά αγνά χρόνια δίπλα του. Να εισχωρήσω στην καρδιά του όσο μπορώ και να βαδίσω μαζί του στον ένδοξο και γεμάτο περιπέτεια βίο του. Να νοιώσω τον παιδικό και κινητήριο ενθουσιασμό του προς τον αγώνα δίπλα στους Κατσαντωνάιους. Να βιώσω την αγωνία των ηρωικών μαχών του, να θαυμάσω το σπάνιο νοιάξιμο για τους συμπολεμιστές του , να οδηγεί αυτούς ανάμεσα από θανατηφόρα βόλια στη ζωή και τη νίκη , αλλά και να ανακουφίσω όσον μπορώ το βάρος της πικραμένης και ξεχασμένης αθάνατης αυτής ψυχής με λίγα λόγια γραφής προς τιμήν του.
Φέρνω στο μυαλό μου εκείνη την ήσυχη μέρα που βρόντηξαν στην Λεπενού τα καριοφίλια των Κατσαντωναίων και οι κάτοικοι του χωριού έντρομοι και βουβοί έτρεξαν στα κονάκια τους. Ένας έφηβος όμως δεν κρύφθηκε , αλλά με παιδική περιέργεια έτρεξε και αντίκρισε τον Κατσαντώνη . Ο Τούρκος Μουλιαζήμ κείτονταν νεκρός. Κοίταξε τον ήρωα στα μάτια και θυμήθηκε τις στιγμές που έπαιζαν μαζί μικρά παιδιά μοιραζόμενοι τον ίδιο πόθο αγναντεύοντας προς τα βουνά των Αγράφων και ονειρευόντουσαν την δόξα της κλεφτουριάς. Η καρδιά του κτυπούσε δυνατά και αυτή θα αποφάσιζε πλέον. Αγκάλιασε τον παλιό του παιδικό φίλο Κατσαντώνη και χωρίς δισταγμό τράβηξαν μαζί προς τα Άγραφα. Αυτός ήταν ο Βασίλης Πάτσης και η ζωή του θα μοιραζόταν τώρα ανάμεσα στον κίνδυνο και την δόξα. Ο Κατσαντώνης ενέπνευσε με τον μαρτυρικό του θάνατο ,ενώ ο Βασίλης Πάτσης ως άξιος μαθητής του συνέχισε μαζί με άλλους άξιους αγωνιστές τον ακατάπαυστο αγώνα , που θα ολοκλήρωναν το όραμα της Λευτεριάς.

Οικία σήμερα του Αντιστρατήγου Βασιλείου Πάτση στην Λεπενού
Ανάμεσα στους πολλούς αγωνιστές κατά το μεγάλο ξεσηκωμό του γένους το 1821 , που βρέθηκαν πλάι σε ξακουστούς οπλαρχηγούς και Στρατηγούς , κατά τον Ιερό Αγώνα, πάμπολλοι ήταν οι ισάξιοι με αυτούς στην τέχνη του πολέμου, στην ανδρεία και στην αυτοθυσία. Πολλοί όμως από αυτούς έμειναν άγνωστοι και αδικημένοι από τις φτωχές ιστορικές πηγές , αλλά και από τοπικιστικούς λόγους ιστορικοί της εποχής χάριζαν τη δόξα ανάλογα με τις συμπάθειες και τα συμφέροντα αποκρύπτοντας έτσι την ανιδιοτελή προσφορά και θυσία λαμπρών αγωνιστών .
Ένας από αυτούς τους αδικημένους της Ιστορίας ήταν και προεπαναστατικός κλεφταρματωλός Βασίλης Πάτσης , γεννημένος στο Παληόφουρνο Λεπενούς το 1780 περίπου. Συνομήλικος του Θρυλικού Κατσαντώνη , συνεργάτης του και πιθανόν και επιστήθιος φίλος του. Το έτος γεννήσεως εξακριβώνεται από δική του επιστολή που γράφτηκε το 1846 , ‘’ ..τώρα που πλησιάζω το εβδομηκοστόν έτος..’’.
Η ρίζα των προγόνων του πιθανόν να είναι από την Πρέβεζα και να μετοίκησαν στη Λεπενού , όπου το βουνό Πεταλάς ( Θύαμος) σκεπασμένος από τις αιωνόβιες βελανιδιές και τις σπηλιές μαζί με το άφθονο νερό του Αχελώου και τη λίμνη Αμβρακία ήταν τόπος ιδανικός για την δράση και προστασία των κλεφτών σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς. Μέσω της παράδοσης διασώζεται ότι ο Πάτσης έδρασε στα πρώτα χρόνια της κλέφτικης ζωής του στον Νταϊφά των Κατσαντωναίων . Στο πρώτο βρόντημα των καριοφιλιών των Κατσαντωναίων στο χωριό Λεπενού κατά του Τούρκου Μουλιαζήμ , που ήταν διοικητής της περιοχής , βρίσκει τον νεαρό Πάτση να συγκινείται από την λεβεντιά του φίλου του Κατσαντώνη και να τον ακολουθεί. Είναι προφανές ότι σχεδόν συνομήλικος του Κατσαντώνη τον γνώριζε πολύ καλά. Φαίνεται ότι μαζί συμμεριζόταν από μικρά παιδιά τον ίδιο πόθο της κλεφτουριάς κοντά στον καπετάν Δίπλα , νονό του Κατσαντώνη. Έτσι κι αυτός ακολούθησε τον επιστήθιο φίλο του υπό τις διαταγές του Αγέρωχου Δίπλα. Εκεί έμαθε και τα μυστικά του πολέμου και σκληραγωγήθηκε στην ζωή των κλεφτών. Όπως γράφει ο ίδιος σε σωζόμενη αίτηση προς την επιτροπή του αγώνα ‘’..καθ΄ ότι και επί Τουρκοκρατίας ως αρχηγός Στρατιωτικών σωμάτων εδιετήρουν πάντα κατά του εχθρού επανάσταση. Ναι μεν λησταί ενομίζοντο αλλά εδιετήρησαν μιαν σπυνθήραν της ελευθερίας και η οποία εις την επανάστασιν εδίδαξεν την χρήσην των όπλων και εις τους λοιπούς συμπολίτας ως ασυνηθίστους από πολέμους και δεινοπαθείας..’’.Είναι ολοφάνερο από την επιστολή του ότι αποκαλύπτει ο ίδιος την δράση του πριν την έναρξη της επανάστασης και με το ειλικρινές ύφος της γραφής του ομολογεί ότι θεωρούνταν ληστές από τους Τούρκους κατακτητές , όπως και οι Κατσαντωναίοι.
Η δράση του συνεχίστηκε και μετά τον μαρτυρικό θάνατο του Κατσαντώνη. Αφού αργότερα για να εκδικηθεί μια αδικία του Αλή Πασά σε συνεργασία με τον ξακουστό οπλαρχηγό του Βάλτου και Ξηρομέρου Γιώργο Θώμο , αφού σκλάβωσε τους τσοπάνηδες του Αλή , του κατέσφαξε 5000 πρόβατα που έβοσκαν παράνομα στο Σπάρτο. Το 1816 με τον φίλο του και συγχωριανό από τη Λεπενού Καπετάν Αλεξανδρή, που έχασε τη ζωή του στην ηρωική έξοδο του Μεσολογγίου αργότερα , συνέχισαν τις πολεμικές επιχειρήσεις κατά του Αλή Πασά στα Άγραφα, Άρτα και Βάλτο.
Κατά την έναρξη του αγώνα το 1821 τον βρίσκει υπό τις διαταγές του Καπετάν Ίσκο και να λαμβάνει μέρος στις νικηφόρες μάχες κατά του Ισμαήλ Πλιάσα στην Παληοσκούλια όπου συνέτριψαν τους Τούρκους. Την ίδια χρονιά τον Νοέμβρη μαζί με τον Βαρνακιώτη και Ξηρομερίτες αγωνιστές πήρε μέρος στην μάχη της Άρτας. Το 1822 πήρε μέρος και στην αιματηρή ήττα των Ελλήνων στο Πέτα και στην Πλάκα , όπου τραυματίστηκε ο πιστός αγωνιστής του από τη Λεπενού Αθανασίου Γεώργιος. Κατόπιν κατευθύνθηκε προς το Μεσολόγγι , όπως καταγράφει ο Ιστορικός Φωτιάδης, για να βοηθήσει στην άμυνα του Μεσολογγίου .
Ο Βαρύς χειμώνας και η ήττα ανάγκασαν τους Τούρκους να λύσουν την πολιορκία και επειδή τα νερά του Αχελώου ήταν φουσκωμένα γύρισαν προς το Βραχώρι ( Αγρίνιο ) . Μια ισχυρή ομάδα 3000 στρατιωτών υπό την ηγεσία του Ισμαήλ Πλιάσα και Άγο Βάσιαρη κινήθηκαν προς της Ήπειρο μέσω Άγραφων ,αλλά εκεί τους ανέκοψε την πορεία ο Γεώργιος Καραϊσκάκης και αναγκάστηκαν να γυρίσουν στον Αγρίνιο . Έτσι ως μοναδική λύση πλέον ήταν το πέρασμα των ορμητικών νερών του Αχελώου. Πρώτα μπήκαν οι ιππείς σε τριάδες στον ποταμό για να ανακόψουν την ορμή των νερών και έπειτα οι πεζοί. Όταν οι πρώτοι Τούρκοι πέρασαν στην όχθη της Λεπενούς εκεί τους περίμενε ο Βασίλης Πάτσης με λιγοστούς Λεπενιώτες τον Καπετάν Αλεξανδρή, Κάβουρα, Πριόβολο, Τζατζά , Καρασινέλη και μερικών άλλων. Με την πρώτη ομοβροντία των Λεπενιωτών του Πάτση πανικός επικράτησε στις τάξεις των πολυάριθμων Τούρκων, που άρχισαν αποδεκατισμένοι να τρέχουν να σωθούν. Γράφει ο Κοσομούλης, τόμος Α σελ 168 Ιστορία Ελληνικής Επανάστασης ‘’…Μόλις οι πρώτοι ουλαμοί του Τουρκικού πεζικού επάτησαν την αντίθετη όχθη του ποταμού, ότε λόχοι των Λεπενιωτών επυροβόλησαν καταρρίψαντες αυτούς εν τω ποταμώ , μετά τους προσδραμόντος ιππικού. Ήτο φρικώδες ..τους ιππείς ..να αγωνίζονται κατά τον θάνατον όπως καταστώσι αντικείμενα σκοποβολής των Ελλήνων …’’ . Από τους 3000 Τούρκους 1500 σκοτώθηκαν από τα βόλια των Λεπενιωτών ή πνίγηκαν στα νερά του Αχελώου.
Στην Β΄ πολιορκία του Μεσολογγίου βρίσκουμε τον Πάτση το Μάρτη 1825 με τον Νότη Μπότσαρη στον Καρβασαρά ( Αμφιλοχία) όπου έγγραφο διαταγής αναφέρει ‘’ διέταξε ο Βασίλης Πάτσης να υπάγει σήμερον με 160 άνδρες στον Μακρυνόρος και εάν χρειαστεί θα πάμε όλοι΄΄. Αλληλογραφία φρουράς Μεσολόγγι. Σε άλλη επιστολή ‘’ προς τον γενναιώτατον Αντιστράτηγον Βασίλειον Πάτση ….’’ Γράφει ο γεμάτος αυταπάρνηση επιχειρηματίας που διέθεσε όλη την περιουσία του και την ζωή του στον αγώνα από το Μεσολόγγι Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος και συνυπογράφουν ο Γεώργιος Καναβός , Η. Θεμέλης στις 22 Απριλίου 1825 Μεσολόγγι . Ζητούν τώρα από τον γενναίο Βασίλη Πάτση να προστρέξει προς βοήθεια των ελεύθερων πολιορκημένων. Εδώ φαίνεται και η αξία αυτού του μεγάλου και ευπατρίδη ανδρός. Στις 11 Σεπτεμβρίου το 2025 σπάει τις γραμμές του εχθρού και εισέρχεται στην πολιορκημένη πόλη του Μεσολογγίου με 150 άνδρες και γίνεται ένα με τους πολιορκημένους εώς την ηρωική έξοδο το 1826. ( Κοσομούλης , Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης ).
Μετά την ηρωική έξοδο του Μεσολογγίου συνεχίζει την δράση του στο Βάλτο με τους απομείναντες αγωνιστές που διασώθηκαν. Είχε προαχθεί ήδη σε αντιστράτηγο από τις 27η Φεβρουαρίου 1825 με διαταγή Κουντουριώτη και των λοιπών μελών , είδηση που του μεταφέρθηκε από το Υπουργείο Πολέμου.
Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας διορίζεται αρχηγός της Πολιτοφυλακής Λεπενούς. Δυστυχώς , τώρα , αντί να ησυχάσει αυτός ο μεγάλος ήρωας από την καπνιά του πολέμου και να απολαύσει τις μέρες της λευτεριάς θα γευτεί το πικρό ποτήρι της αδικίας και της αχαριστίας από την πλευρά της Πολιτείας. Είναι η εποχή τώρα όπου παλαιοί αγωνιστές ζουν στην απόλυτη ένδυα και περιφρόνηση. Αναγκασμένοι από τις συνθήκες πολλοί από αυτούς εισέρχονται προς την παρανομία για να επιβιώσουν. Ο Βασίλης Πάτσης καλείται να επιβάλει την τάξη και να συλλάβει αυτούς εάν δύναται και απαιτηθεί. Αντί αυτού στις 8 Μαίου 1834 υποβάλει την παραίτηση του γράφοντας προς τον Γεώργιο Γεροθανάσην εις Καρβασαρά ( Αμφιλοχία ) τα εξής ‘’ Επειδή είναι δύσκολον εις εμέ να συγκρουσθώ με παλαιούς πολεμιστάς μου και συμπολίτας μου , που γενναίως πολέμησαν για την Πατρίδα , οι οποίοι σήμερον αχρηστευμένοι .., και οι οποίοι από λόγους αδυναμίας να απορροφηθούν εις ειρινικάς εργασίας εξελίχθηκαν εις μίαν νέα Κλεφτουργιάν , δια τούτο υποβάλλω την παραίτησην μου ’’ ! Έν Λεπενού 8-5-1834. Βασίλειος Πάτσης . Εδώ φάνηκε ακόμη μια φορά το μεγαλείο αυτού του μεγάλου ανδρός που αψηφώντας το προσωπικό του συμφέρον τάχθηκε υπέρ των αδικημένων συντρόφων του χάνοντας και τα λιγοστά προνόμια που είχε . Πήρε μέρος και στην εξέγερση κατά του Όθωνα το 1836 . Υποβιβάστηκε μετέπειτα από τη θέση του Αντιστρατήγου στη θέση του Λοχαγού. Αλλά για ακόμη μια φορά ο Βασίλης Πάτσης στέκεται με ζηλευτή αξιοπρέπεια και αρνείται τη θέση του Λοχαγού , αφού τη θεωρεί κατώτερη χάνοντας έτσι με αυτή την επιλογή του και τον ελάχιστο μισθό. Σε επιστολή αίτησης του προς την Εξεταστική Επιτροπή υπέρ Πατρίδος δικαιωμάτων το 1846 γράφει ότι κανείς δεν αδικήθηκε όσο αυτός , διότι κατώτεροί του υπό τις διαταγές του έγιναν στρατηγοί και συνταγματάρχες. Ότι είχε υπό την οδηγία του 300 άνδρες και αναφέρει ως μάρτυρες τον Μακρυγιάννη , Κίτσο Τζαβέλλα κ.α Αναφέρει διπλώματα και διαταγές που είχε παραλάβει από τον Ιωάννη Καποδίστρια και ζητά μάταια από την επιτροπή να αποθάνει δικαιωμένος τις τελευταίες μέρες της ζωής του.
Ο Βασίλης Πάτσης πικραμένος και ρακένδυτος βιώνοντας την αχαριστία και την αδικία έζησε το υπόλοιπο μέρος της ζωής του εώς το βαθύ γήρας των 101 ετών στην Σπολάιτα. Απεβίωσε το 1881 έχοντας ως συντροφιά μόνο τις ένδοξες αναμνήσεις φιλοξενούμενος σε έναν ανηψιό του χωρίς να αφήσει τέκνα . Το σπίτι του στη Λεπενού , ένα αρχοντικό με ελάχιστες μεταβολές , σώζεται και κατοικείται εώς σήμερα και είναι ιδιοκτησία των αδερφών Αθ. Κοντονάσιου.

Το όνομα του Αντιστρατήγου Βασίλη Πάτση στη Λεπενού ανάμεσα των αγωνιστών σήμερα.
Προς τιμήν της Επετείου των 200 ετών της ηρωικής εξόδου του Μεσολογγίου, Αθάνατος.
*Γραμματέας Χορευτικού ομίλου Λεπενούς Βάλτου ο Κατσαντώνης
Προπονητής πετοσφαίρισης (βόλεϊ)
Πηγές ‘’κλεφταρματωλοί και αγωνιστές της Λεπενούς –Βάλτου κατά την Τουρκοκρατία ΄΄ του ΤΑΞΙΑΡΧΗ Λ. ΒΡΑΧΟΔΗΜΟΥ ( Λεπενιώτη ).
agrinionews.gr


